Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Ιστορική Μνήμη...συγκίνηση από τους μαθητές της Ε΄τάξης!!!



  Το "χρονικό" του σκοτεινού  πολέμου του ΄40, το απόσπασμα του Οδυσσέα Ελύτη "Η πορεία προς το μέτωπο" με τη βαθιά φωνή του Μάνου Κατράκη  και το θεατρικό "Ελευθερία" παρουσίασαν οι μαθητές της Ε΄τάξης σε μια συγκινητική γιορτή Μνήμης. Μπράβο παιδιά!!!

Το Χρονικό του πολέμου.

1η Σεπτέμβρη 1939 - το ρολόι του κόσμου κτυπά μεσάνυχτα.
Η φασιστική Γερμανία εξαπολύει επίθεση στην Πολωνία.
Αρχίζει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος.
28η Οκτωβρίου 1940
Οι Ιταλοί σύμμαχοι του Χίτλερ ζητούν από τους Έλληνες
«γη και ύδωρ»
Η τότε Ελληνική Κυβέρνηση, κάτω από την πίεση της λαϊκής θέλησης απαντά στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι με γενική επιστράτευση.

Η Ελλάδα παρασύρεται στη δίνη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Αρχίζει η σύγκρουση στην Αλβανία. 
Κάτω από αντίξοες συνθήκες ο ελληνικός στρατός μάχεται και κερδίζει νίκες.
Η άμυνα γίνεται επίθεση.
Ο  ιταλικός στρατός απωθείται 60 χιλιόμετρα μέσα στο Αλβανικό έδαφος.
Ο αιφνιδιασμός πέτυχε, 
Η Σοφία Βέμπο που το όνομα της είναι δεμένο με αυτήν τη χρυσή σελίδα 
της εθνικής μας ιστορίας, η τραγουδίστρια της Νίκης, προκαλεί σκιρτήματα ενθουσιασμού με τα τραγούδια της που θυμίζουν ακόμα και σήμερα ανεπανάληπτες εποχές λαμπρής εποποιίας. 
Οι Γερμανοί έρχονται αποφασισμένοι να πετύχουν ό,τι δεν κατάφεραν οι σύμμαχοι τους.
Η ελληνική άμυνα σπάει.
Ο ανίκητος στρατός της Αλβανίας συνθηκολογεί.
Κατηφόρισαν με. σκισμένα χιτώνια,
με παλιά ντουφέκια.
Δίχως ψωμί στο γυλιό, δίχως σφαίρες.
Μόνο με μικρά οργισμένα ποτάμια
κλείναν τα περάσματα πίσω τους.
Είχαν βαδίσει μήνες και μήνες πάνου
σ' άγνωστες πέτρες, πάνου στο χιόνι μαζί
με τις ελιές τους και τ αμπέλια τους.
άλλος άφησε κει ένα πόδι, ένα χέρι
άλλος άφησε ένα μεγάλο κομμάτι απ την
ψυχή του,
καθένας κι έναν ή πιότερους νεκρούς.... 


..............................................................................................................................................................
  Η Πορεία προς το Μέτωπο

Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε
πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες.
'Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε
ως τότε οι Αρτινοί, από Χειμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια,
κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ' αυτί μας πάλι στα γλυκά
τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου
ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε:
στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί.
Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο.
Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.
Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα,
μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί, μία-μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα.
Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές,
όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό,
κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο.
Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε
μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αερόπλανα.
Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθειο του,
στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα.
Και τα πουλιά μας θύμωναν , που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους - ίσως
και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση.
Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ' άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να 'ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο
του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά
συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα
σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό,
δεν ήμασταν οι ίδιοι.

Μόνε σα να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ' όλες τις γενιές και τις χρονιές,
άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών πού χαν λευκάνει απ' τα περίσσια γένια.
Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θερία, λοχίες του 97 ή του 12, μπαλτζήδες βλοσυροί
πάνου απ' τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι με το αίμα επάνω τους ακόμη
Βουλγάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι-πλάι, διαβαίναμε
τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε.
Γιατί καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα,
συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα - έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε
ίσια πάνου σ' αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο.
Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη όπου φορές εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο.
Επειδή το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω καθώς μες στην ψυχή μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες,
μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε.
Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος
να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων.
Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν' απαντούμε, απ' τ' άλλο μέρος να 'ρχονται,
οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους.
Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας
μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο.
Κι όπου κατόπι σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες
για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές
μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι.
"Όι όι, μάνα μου", και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα,
ίδιο ροχαλητό, πού 'λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν,
στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα.
Βρωμούσανε κρασί τα χνώτα τους, κι οί τσέπες τους
γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας,
και τα λίγα μουλάρια μας κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές-μεριές,
κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.
................................................................................................................................................................

Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από το θεατρικό "Ελευθερία" της γιορτής Μνήμης της Ε΄τάξης!








..........................................................................................


Το αγαπημένο μου απόσπασμα του Νικηφόρου Βρεττάκου αφιερωμένο στα πεμπτάκια μας!!!

Στο βράχο της Ακρόπολης η γερμανική σημαία πληγώνει τις ψυχές των Ελλήνων.
Πείνα, στερήσεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις προσπαθούν να κάμψουν το φρόνημα ενός λαού που «δε βολεύεται κάτω από ξένα βήματα». 
Συγκροτούνται οι πρώτες αντιστασιακές ομάδες που αργότερα θα πάρουν παλλαϊκό χαρακτήρα. 
Θεριεύει η Εθνική Αντίσταση. 
Το όραμα της Λευτεριάς γίνεται ορμητήριο ανταρτών που χτυπούν τον κατακτητή με κάθε τρόπο. 
Οι δρόμοι των πόλεων γεμίζουν με συνθήματα αγανάκτησης του λαού.,
Οι κατακτητές αντιδρούν σπασμωδικά. 
Ομαδικές εκτελέσεις. Καλάβρυτα, Καισαριανή γίνονται τόποι θυσίας. 
Η λευτεριά κατακτάται με αίμα.
Οι Έλληνες ενώνουν τον αγώνα τους με τους λαούς όλου του κόσμου γεύτηκαν τη φασιστική κτηνωδία. 6 Ιούνη 1944, 
Οι σύμμαχοι ανοίγουν το Δυτικό Μέτωπο, με την απόβαση της Νορμανδίας. 
Οι γερμανικές δυνάμεις κτυπιούνται σε Ανατολή και Δύση. 
12 Οκτώβρη 1944 οι Γερμανοί υποχωρούν από την Αθήνα.
Η γαλανόλευκη κυματίζει στην Ακρόπολη.
9 Μαΐου 1945 - Οι χιτλερικοί στρατηγοί υπογράφουν την χωρίς όρους συνθηκολόγηση ,τα όπλα σιγούν.

Οι λαοί πανηγυρίζουν.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τελειώνει.

Απολογισμός

50 εκατομμύρια νεκροί, 90 εκατομμύρια τραυματίες και 30 εκατομμύρια ανάπηροι
.
Αμέτρητες υλικές και ηθικές ζημίες. 

50 χρόνια πέρασαν από τότε

Ο πόλεμος εξακολουθεί να δείχνει το σκληρό του πρόσωπο. 

Το αίτημα παραμένει ΕΙΡΗΝΗ

Ποια αισθήματα;

Ποιος λόγος ;

Ποιο σωτήριο μήνυμα;

Ειδοποιήστε αυτούς τους στρατιώτες εκεί που τουφεκίζουν το αύριο.

2 σχόλια:

  1. Σας ευχαριστούμε κα Κική που κάνατε τον κόπο να αναρτήσετε τη γιορτή μας στα πράσινα σποράκια και για τα καλά σας λόγια.
    Πολύ καλά τα σχόλιά σας και τα αποσπάσματα των ποιητών μας.
    Σας αγαπάμε πολύ !!!
    Τα πεμπτάκια του σχολείου μας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κανένας κόπος. Συγκίνηση μας κατέκλυσε όλους από τον τρόπο προσέγγισης της γιορτής! Οι μαθητές μας, μάς απέδειξαν πως αξίζει να βλέπουμε με τα μάτια της ψυχής, για να έχουμε ένα μέλλον αισιόδοξο!!!

    Συγχαρητήρια πολλά πολλά!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή